Oxford Spanish Dictionary
quisquilloso (quisquillosa) ΕΠΊΘ
1. quisquilloso (meticuloso, exigente):
2. quisquilloso (susceptible):
- quisquilloso (quisquillosa)
-
στο λεξικό PONS
quisquilloso (-a) ΕΠΊΘ
1. quisquilloso (susceptible):
- quisquilloso (-a)
-
2. quisquilloso (meticuloso):
- quisquilloso (-a)
-
quisquilloso (-a) [kis·ki·ˈjo·so, -a; -ˈʎo·so, -a] ΕΠΊΘ
1. quisquilloso (susceptible):
- quisquilloso (-a)
-
2. quisquilloso (meticuloso):
- quisquilloso (-a)
-
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.