Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

десницу
to flow into something

στο λεξικό PONS

zu|flie·ßen ΡΉΜΑ αμετάβ ανώμ +sein

1. zufließen (in etw münden):

etw δοτ zufließen

2. zufließen (dazufließen):

etw δοτ zufließen

3. zufließen (zuteilwerden):

jdm/etw zufließen
to go to sb/sth

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

zufließen ΡΉΜΑ αμετάβ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

zufließen
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
zufließen
Präsens
ichfließezu
dufließtzu
er/sie/esfließtzu
wirfließenzu
ihrfließtzu
siefließenzu
Präteritum
ichflosszu
duflossestzu
er/sie/esflosszu
wirflossenzu
ihrflosstzu
sieflossenzu
Perfekt
ichbinzugeflossen
dubistzugeflossen
er/sie/esistzugeflossen
wirsindzugeflossen
ihrseidzugeflossen
siesindzugeflossen
Plusquamperfekt
ichwarzugeflossen
duwarstzugeflossen
er/sie/eswarzugeflossen
wirwarenzugeflossen
ihrwartzugeflossen
siewarenzugeflossen

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

etw δοτ zufließen
etw δοτ zufließen

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Seit 2007 müssen allerdings die Steuerzahler selbst entscheiden, ob 0,7 % der Lohn- beziehungsweise Einkommensteuer kirchlichen oder anderen sozialen oder kulturellen Zwecken zufließen sollen.
de.wikipedia.org
Das Preisgeld soll der Stiftung des Schriftstellers zufließen.
de.wikipedia.org
Es kennzeichnet den Betrag der Einlagen, die von den Gesellschaftern über das Stammkapital hinaus einer Kapitalgesellschaft zugeflossen sind.
de.wikipedia.org
Einnahmen sind innerhalb des Kalenderjahres bezogen, in dem sie dem Steuerpflichtigen zugeflossen sind (Zuflussprinzip).
de.wikipedia.org
Alle vier sind recht kleine Bäche mit einer Länge zwischen zweieinhalb und etwas über vier Kilometern, die aber durch ausgebildete Seitentäler zufließen.
de.wikipedia.org