Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Untergrundes
rotted

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

ver·rot·tet <-er, -este> ΕΠΊΘ

1. verrottet (faul):

verrottet

2. verrottet (verwahrlost):

verrottet

ver·rot·ten* [fɛɐ̯ˈrɔtn̩] ΡΉΜΑ αμετάβ +sein

1. verrotten (faulen):

2. verrotten (verwahrlosen):

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
verrottet
putrefy ΒΙΟΛ organic matter
putrid ΒΙΟΛ organic matter
verrottet <-er, -este>
to leave sb to rot in jail μτφ
deteriorate leather, wood

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

Präsens
ichverrotte
duverrottest
er/sie/esverrottet
wirverrotten
ihrverrottet
sieverrotten
Präteritum
ichverrottete
duverrottetest
er/sie/esverrottete
wirverrotteten
ihrverrottetet
sieverrotteten
Perfekt
ichbinverrottet
dubistverrottet
er/sie/esistverrottet
wirsindverrottet
ihrseidverrottet
siesindverrottet
Plusquamperfekt
ichwarverrottet
duwarstverrottet
er/sie/eswarverrottet
wirwarenverrottet
ihrwartverrottet
siewarenverrottet

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Unterirdisch befindet sich ein ausgedehntes Rhizom- und Wurzelsystem, meist in halb verrottetem Holz.
de.wikipedia.org
Die Fruchtkörper wachsen in der Streuschicht auf dem Boden oder auf stark verrottetem Holz.
de.wikipedia.org
Dabei werden nur Stoffe verbrannt, die andernfalls in der Natur verrottet wären und dabei das im Holz gebundene CO 2 freigesetzt hätten.
de.wikipedia.org
Das Holz der drei Schiffe war schon bald so verrottet, dass sie nicht mehr einsatzfähig waren.
de.wikipedia.org
2005 war der größte Teil des Hauses verrottet.
de.wikipedia.org

Αναζήτηση "verrottet" σε άλλες γλώσσες

"verrottet" στα γερμανικά μονόγλωσσα λεξικά