Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lautorité
imperative
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. im·pe·ra·tiv [ɪmperaˈti:f] ΕΠΊΘ

imperativ
imperatives Mandat ΠΟΛΙΤ

II. im·pe·ra·tiv [ɪmperaˈti:f] ΕΠΊΡΡ

imperativ
etw imperativ verlangen

Im·pe·ra·tiv <-s, -e> [ˈɪmperati:f, πλ -ti:ve] ΟΥΣ αρσ

1. Imperativ ΓΛΩΣΣ (Verb in der Befehlsform):

Imperativ
imperative [form] ειδικ ορολ

2. Imperativ ΦΙΛΟΣ (sittliches Gebot):

kategorischer Imperativ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
der Imperativ
Imperativ αρσ <-s, -e>
der Imperativ
im Imperativ stehen

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Für den Menschen gebe es einen „ontologischen Imperativ“, sein Potential nicht verkümmern zu lassen, das Beste aus sich zu machen und bestimmte Werte zu erzeugen.
de.wikipedia.org
Hypothetische Imperative können allerdings seiner Meinung nach nicht als Grundlage einer moralischen Handlung dienen.
de.wikipedia.org
Es gibt einen einfachen und einen durativen Imperativ.
de.wikipedia.org
Sie richten sich an den Menschen im Modus des Imperativs.
de.wikipedia.org
Als Imperativ ergibt sich daraus die ökonomisch reformulierte Goldene Regel: Investiere in die Bedingungen der gesellschaftlichen Zusammenarbeit zum gegenseitigen Vorteil.
de.wikipedia.org