στο λεξικό PONS
Ver·mö·gens·recht <-s, ohne pl> ΟΥΣ ουδ ΝΟΜ
Son·der·zie·hungs·rech·te ΟΥΣ πλ
Ver·mie·tungs·rech·te ΟΥΣ πλ ΝΟΜ
Ver·wer·tungs·rech·te ΟΥΣ πλ ΝΟΜ
Her·stel·lungs·rech·te ΟΥΣ πλ ΝΟΜ
Ein·griffs·rech·te ΟΥΣ πλ ΝΟΜ
ver·mö·gens·recht·lich ΕΠΊΘ ΝΟΜ
Ver·mö·gens·ver·wal·ter(in) <-s, -; -, -nen> ΟΥΣ αρσ(θηλ)
Ver·mö·gens·be·ra·ter(in) <-s, -; -, -nen> ΟΥΣ αρσ(θηλ) ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Ver·mö·gens·wer·te ΟΥΣ πλ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Vermögensrecht ΟΥΣ ουδ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Beteiligungsrechte ΟΥΣ ουδ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Vermögensrechnung ΟΥΣ θηλ ΛΟΓΙΣΤ
Vermögensressource ΟΥΣ θηλ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Vermögenswirkung ΟΥΣ θηλ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Vermögenserhöhung ΟΥΣ θηλ ΛΟΓΙΣΤ
Vermögensbeteiligung ΟΥΣ θηλ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Vermögensinventar ΟΥΣ ουδ ΛΟΓΙΣΤ
Vermögensaufteilung ΟΥΣ θηλ ΛΟΓΙΣΤ
Vermögensbegriff ΟΥΣ αρσ ΛΟΓΙΣΤ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.