Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

ks
Sheets
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Blech <-[e]s, -e> [blɛç] ΟΥΣ ουδ

1. Blech kein πλ (Material):

sheet metal no πλ, no αόρ άρθ

2. Blech (Blechstück):

3. Blech (Backblech):

4. Blech kein πλ οικ (Unsinn):

rubbish no πλ, no αόρ άρθ
crap no πλ, no αόρ άρθ πολύ οικ!
tripe no πλ, no αόρ άρθ οικ
don't talk rubbish [or garbage] [or πολύ οικ! crap] !

5. Blech kein πλ μειωτ οικ (Orden etc.):

gongs πλ βρετ οικ
fruit salad no πλ, no αόρ άρθ οικ

6. Blech (im Orchester):

Bleche profilieren
gewellt Blech, Pappe
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Blech ουδ <-(e)s, -e>
nach Blech schmeckend προσδιορ
Blech ουδ <-(e)s, -e>

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Klempner, Spengler, Flaschner und Blechner sind Berufsbezeichnungen für Handwerker, die Bleche bearbeiten und zu Bauteilen im Bauwesen oder zu Handelswaren verarbeiten.
de.wikipedia.org
Das Reifeisen war eine längliche Eisenplatte, ein Werkzeug, das dünne Bleche im Reifkloben unterstützte, damit sie sich nicht durchbiegen konnten.
de.wikipedia.org
Die Bleche wurden nun nicht mehr mit den Hammer geschmiedet, sondern im neuen mit Wasserkraft betriebenen Walzgerüst ausgewalzt.
de.wikipedia.org
Die akustischen Mittel waren ähnliche wie an den großen Häusern: geräuschspendende Utensilien, wie eine mit Erbsen gefüllte Papprolle als klangliche "Regenmaschine", Topfdeckel, Pfeifen und Bleche als sog.
de.wikipedia.org
Sie schaffen Geheimfächer in Gepäckstücken (doppelter Boden) oder schweißen Bleche über Fahrzeughohlräume, um dort Verstecke zu schaffen.
de.wikipedia.org