Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

vertraulichen
Griffe

poignée [pwaɲe] ΟΥΣ θηλ

1. poignée:

Griff αρσ
poignée d'une épée
Schaft αρσ
poignée d'une épée
Tragegriff αρσ
poignée tournante d'un guidon

2. poignée (quantité):

Handvoll θηλ

3. poignée Η/Υ:

Joystick αρσ

ιδιωτισμοί:

à [ou par] [pleines] poignées

II. poignée [pwaɲe]

Καταχώριση OpenDict

poignée ΟΥΣ

Pölsterchen θηλ πλ οικ χιουμ
Hüftgold ουδ οικ χιουμ
Speckröllchen θηλ πλ οικ χιουμ
Rettungsring αρσ οικ χιουμ
Καταχώριση OpenDict

poignée ΟΥΣ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Les poignées peuvent être ergonomiques, en matériau comme la mousse ou le liège pour un meilleur confort.
fr.wikipedia.org
Il est élaboré avec du vin, rouge, rosé ou blanc, de l'alcool de fruits, du sucre, additionnés de quelques poignées de feuilles de pêcher.
fr.wikipedia.org
Le cercueil est généralement en bois de 22 mm d'épaisseur, et obligatoirement équipé d'un dispositif d'étanchéité au fond, et de quatre poignées.
fr.wikipedia.org
L'avant-train automatique avec régulateur entraîne la suppression des mancherons, réduits le plus souvent à de simples poignées.
fr.wikipedia.org
Les deux demi-poignées du verrou sont en acier et rivetées à celui-ci, l'ébonite utilisée jusqu'alors s'étant révélée trop fragile.
fr.wikipedia.org