Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

estúpidas
repulsive

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

répugnant (répugnante) [ʀepyɲɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ

répugnant (répugnante) personne
répugnant (répugnante) laideur, saleté, travail
répugnant (répugnante) lieu, milieu
répugnant (répugnante) comportement
répugnant (répugnante) œuvre, article, idée
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
dégager une odeur répugnante
magma αρσ répugnant οικ
unsavoury business, individual
la face répugnante du capitalisme

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

répugnant(e) [ʀepyɲɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ

d'une laideur répugnante
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

répugnant(e) [ʀepyɲɑ͂, ɑ͂t] ΕΠΊΘ

d'une laideur répugnante
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Elles n'hésiteront pas à faire sentir leur odeur répugnante.
fr.wikipedia.org
Pour les glycochimistes de l'époque, une première sensation douceâtre et styptique sur les lèvres laissait ensuite une saveur de laiton répugnante dans l'arrière-bouche.
fr.wikipedia.org
En octobre 2018, les créateurs de la série annoncent cette saison comme « la plus répugnante de toutes ».
fr.wikipedia.org
L'odeur est répugnante et nous donne des nausées.
fr.wikipedia.org
Le thème de la « dame répugnante » apparaît dans les mythes et les folklores du monde entier.
fr.wikipedia.org

Αναζήτηση "répugnante" σε άλλες γλώσσες