Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Knallkopp
to atone for something

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

expier [ɛkspje] ΡΉΜΑ μεταβ

1. expier (réparer):

expier crime, faute
to atone for, expiate (par with)

2. expier (être puni de):

expier erreur
to pay for (par with)
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
to atone for sin, crime
expier
expiate crime, sin
expier
purge sin
expier
expier ses péchés

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

expier [ɛkspje] ΡΉΜΑ μεταβ

expier qc
expier une faute par qc
Καταχώριση OpenDict

expier ΡΉΜΑ

expier (un crime, une erreur)
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
expier
expier qc
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

expier [ɛkspje] ΡΉΜΑ μεταβ

expier qc
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
expier qc
expier
Présent
j'expie
tuexpies
il/elle/onexpie
nousexpions
vousexpiez
ils/ellesexpient
Imparfait
j'expiais
tuexpiais
il/elle/onexpiait
nousexpiions
vousexpiiez
ils/ellesexpiaient
Passé simple
j'expiai
tuexpias
il/elle/onexpia
nousexpiâmes
vousexpiâtes
ils/ellesexpièrent
Futur simple
j'expierai
tuexpieras
il/elle/onexpiera
nousexpierons
vousexpierez
ils/ellesexpieront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

expier qc
expier une faute par qc

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Seul un exorcisme pourra l'expier de sa luxure et de ses désirs macabres.
fr.wikipedia.org
Dans un tel cas, comment allons-nous sauver nos millions de sujets, comment allons-nous expier face aux esprits sacrés de nos ancêtres impériaux ?
fr.wikipedia.org
Pour expier sa lâcheté, il se lance dans les aventures les plus périlleuses.
fr.wikipedia.org
Napoléon sent qu'il expie quelque chose, mais ne sait pas quoi, et ne sait pas si l'expiation est terminée.
fr.wikipedia.org
Homme cruel, tes horribles forfaits devaient être expiés, puisque tu n'as pas craint de manger tes propres hôtes dans ta demeure !
fr.wikipedia.org