Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

sucrés
emicrania

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

migraine [βρετ ˈmiːɡreɪn, ˈmʌɪɡreɪn, αμερικ ˈmaɪˌɡreɪn] ΟΥΣ

migraine
emicrania θηλ
it gives her a migraine
an attack of migraine
to suffer from migraine
bring on attack, migraine, fit, labour
cause migraine
it didn't do my migraine any good
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
migraine
to suffer from migraine
it gives me migraine

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

migraine <-(s)> [ˈmaɪ:·greɪn] ΟΥΣ

migraine
emicrania θηλ
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
migraine

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

They often occur in those with either a personal or family history of typical migraines.
en.wikipedia.org
Besides the baths, there are various clinics, among them a migraine clinic, a special clinic for psychosomatic illnesses, a heart clinic and a neurological clinic.
en.wikipedia.org
Many pharmaceutical drugs exist as nasal sprays for systemic administration (e.g. treatments for pain, migraine, osteoporosis and nausea).
en.wikipedia.org
A test measuring a person's skin sensitivity during a migraine may indicate whether the individual will respond to treatment with triptans.
en.wikipedia.org
The episodes of macropsia can occur as part of the aura in a migraine.
en.wikipedia.org