Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Tina
flessible

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

flexible [βρετ ˈflɛksɪb(ə)l, αμερικ ˈflɛksəb(ə)l] ΕΠΊΘ

1. flexible:

flexible working hours, arrangement
flexible plan, agenda
flexible repayment plan

2. flexible μτφ person:

flexible
docile, arrendevole (over, about riguardo a)

3. flexible:

flexible tube, wire, stem
flexible plastic, road surface

flexible response [ˌfleksəblrɪˈspɒns] ΟΥΣ ΣΤΡΑΤ

flexible response
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
flexible
duttile carattere
flexible
flessibile materiale, sospensione
flexible
flexible hose
flessibile persona, bilancio
flexible
flessibile regolamento, gestione
flexible
(flexible) hose
versatile persona
flexible
elastico regolamento, orario
flexible
flexible working hours
flexible wire

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

flexible [ˈflek··bl] ΕΠΊΘ

flexible
Καταχώριση OpenDict

flexible ΕΠΊΘ

flexible
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
flexible
flexible
flexible
flexible
flexible tubing

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Keystone modules have a rectangular face of 14.5 mm wide by 16.0 mm high and are held in place with flexible tabs.
en.wikipedia.org
They are tough and sufficiently flexible to be tied into overhand knots without breaking.
en.wikipedia.org
The portability of today's technology also allows for a more flexible work environment.
en.wikipedia.org
It is usually available in white or a flexible version in several colors and is usually glued to the wall.
en.wikipedia.org
The young twigs as well as the distal portions of stem are flexible and often pendent.
en.wikipedia.org