Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

chap.
tío

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

chap1 [αμερικ tʃæp, βρετ tʃap] ΟΥΣ (man)

chap οικ
tipo αρσ οικ
as form of address βρετ old chap

I. chap2 <μετ ενεστ chapping; παρελθ, μετ παρακειμ chapped> [αμερικ tʃæp, βρετ tʃap] ΡΉΜΑ αμετάβ

chap lips/skin:

chap
chap
chap
pasparse RíoPl

II. chap2 <μετ ενεστ chapping; παρελθ, μετ παρακειμ chapped> [αμερικ tʃæp, βρετ tʃap] ΡΉΜΑ μεταβ

chap lips/skin:

chap
chap
chap
paspar RíoPl

III. chap2 [αμερικ tʃæp, βρετ tʃap] ΟΥΣ (sore patch of skin)

chap
grieta θηλ

chap. <pl chaps> ΟΥΣ

chap. → chapter

chap.
c.
chap.

chapter [αμερικ ˈtʃæptər, βρετ ˈtʃaptə] ΟΥΣ

1. chapter (of book):

capítulo αρσ

2.1. chapter ΘΡΗΣΚ:

capítulo αρσ

2.2. chapter (of fraternity, sorority):

sección θηλ

3. chapter:

capítulo αρσ
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
agrietarse labios/manos:
to chap
to chap

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

chap1 [tʃæp] ΟΥΣ (fellow, friend)

chap
tío αρσ

I. chap2 [tʃæp] ΡΉΜΑ αμετάβ -pp-

chap
chap
pasparse RíoPl

II. chap2 [tʃæp] ΡΉΜΑ μεταβ

chap

chap. ΟΥΣ

chap. συντομογραφία: chapter

chap.
cap. αρσ

chapter [ˈtʃæptəʳ, αμερικ -tɚ] ΟΥΣ

1. chapter a. μτφ:

capítulo αρσ

2. chapter αμερικ (local branch):

sección θηλ

3. chapter βρετ, αυστραλ τυπικ (series of disasters):

ιδιωτισμοί:

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
chap
chicote (-a) (persona) αρσ θηλ οικ
big chap (big gal) οικ
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. chap <-pp-> [tʃæp] ΡΉΜΑ αμετάβ

chap
chap
pasparse RíoPl

II. chap <-pp-> [tʃæp] ΡΉΜΑ μεταβ

chap

chap. ΟΥΣ

chap. ABBR chapter

chap.
cap. αρσ

chapter [ˈtʃæp·tər] ΟΥΣ

1. chapter a. μτφ:

capítulo αρσ

2. chapter (local branch):

sección θηλ
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
chap
Present
Ichap
youchap
he/she/itchaps
wechap
youchap
theychap
Past
Ichapped
youchapped
he/she/itchapped
wechapped
youchapped
theychapped
Present Perfect
Ihavechapped
youhavechapped
he/she/ithaschapped
wehavechapped
youhavechapped
theyhavechapped
Past Perfect
Ihadchapped
youhadchapped
he/she/ithadchapped
wehadchapped
youhadchapped
theyhadchapped

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Outside of snake country, bird hunters often wear upland chaps made of waxed cotton or nylon to protect their legs from briars and thorns.
en.wikipedia.org
Although by definition the chaps that rodeo contestants wear are considered batwing chaps, contestants do not refer to them as batwings.
en.wikipedia.org
The skin on their faces is chapped and toughened due to the freezing temperatures, and their cheeks are always reddened.
en.wikipedia.org
The couple consummates their union while the mess chaps hastily organize a proper wedding and elaborate reception.
en.wikipedia.org
Teas used as a wash to treat chapping and windburn, and as an eyewash.
en.wikipedia.org