Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

mitgeteilt
Spannungsüberschlag

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Καταχώριση OpenDict

arcing ΟΥΣ

arcing ΗΛΕΚ

I. arc [ɑ:k, αμερικ ɑ:rk] ΟΥΣ

1. arc (curve):

Bogen αρσ <-s, ->

2. arc ΗΛΕΚ:

Lichtbogen αρσ <-s, -bögen>

II. arc [ɑ:k, αμερικ ɑ:rk] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. arc (curve):

2. arc ΗΛΕΚ:

ˈarc weld·ing ΟΥΣ

1. arc welding no pl (act of welding):

2. arc welding (welded joint):

Lichtbogenschweißung θηλ <-, -en>

ˈarc light ΟΥΣ

Bogenlampe θηλ <-, -n>

ˈarc lamp ΟΥΣ

Bogenlampe θηλ <-, -n>
Καταχώριση OpenDict

character arc ΟΥΣ

character arc ΘΈΑΤ
character arc ΘΈΑΤ
Καταχώριση OpenDict

electric arc furnace ΟΥΣ

electric arc furnace (EAF) ΤΕΧΝΟΛ
Καταχώριση OpenDict

submerged arc welding ΟΥΣ

submerged arc welding ΤΕΧΝΟΛ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

island arc [ˈaɪləndˌɑːk] ΟΥΣ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

reflex arc

Present
Iarc
youarc
he/she/itarcs
wearc
youarc
theyarc
Past
Iarced
youarced
he/she/itarced
wearced
youarced
theyarced
Present Perfect
Ihavearced
youhavearced
he/she/ithasarced
wehavearced
youhavearced
theyhavearced
Past Perfect
Ihadarced
youhadarced
he/she/ithadarced
wehadarced
youhadarced
theyhadarced

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "arcing" σε άλλες γλώσσες