Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

pres
Abwesende(r)

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

ab·sen·tee [ˌæbsənˈti:] ΟΥΣ

absentee
Abwesende(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>
absentee
Fehlende(r) θηλ(αρσ)

ab·sen·tee ˈvote ΟΥΣ αμερικ, αυστραλ (postal vote)

absentee vote
Briefwahl θηλ <-, -en>
absentee vote

ab·sen·tee ˈvot·ing ΟΥΣ αμερικ, αυστραλ

absentee voting
Briefwahl θηλ <-, -en>

ab·sen·tee ˈland·lord ΟΥΣ

absentee landlord

ab·sen·tee ˈbal·lot ΟΥΣ αμερικ (postal vote)

absentee ballot
Briefwahl θηλ <-, -en>
absentee ballot

ab·sen·ˈtee rate ΟΥΣ

absentee rate
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
absentee
absentee rate
absentee ballot αμερικ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

absentee rate ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

absentee rate
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
absentee rate

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

absentee landowner [ˌæbsntiːˈlænlɔːd] ΟΥΣ

absentee landowner

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Most absentee ballots are cast the day of the elections in alternate polling stations.
en.wikipedia.org
Few absentee owners ever visited their land, and fewer still spent any time on it.
en.wikipedia.org
Absentee owners rent their plots to farmers, generally on the basis of three-year contracts.
en.wikipedia.org
As the deans and most of the canons continued to be absentees, their lands and rights were increasingly farmed out.
en.wikipedia.org
The term applies to the present absentee's descendants too.
en.wikipedia.org