Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

embûches
brochet

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

pike [βρετ pʌɪk, αμερικ paɪk] ΟΥΣ

1. pike ΙΣΤΟΡΊΑ (spear):

pike
pique θηλ

2. pike (fish):

pike
brochet αρσ

3. pike βρετ (peak):

pike
pic αρσ

4. pike βρετ ΑΘΛ:

pike (in swimming)
pike (in gymnastics)

5. pike → turnpike

turnpike ΟΥΣ

turnpike αμερικ (toll expressway)
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
pike
pike

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

pike1 [paɪk] ΟΥΣ ΖΩΟΛ

pike
brochet αρσ

pike2 [paɪk] ΟΥΣ αμερικ

pike3 [paɪk] ΟΥΣ (weapon)

pike
pique αρσ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
pike
épieu ΣΤΡΑΤ
pike
yellow pike
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

pike1 [paɪk] ΟΥΣ ΖΩΟΛ

pike
brochet αρσ

pike2 [paɪk] ΟΥΣ

pike → turnpike

turnpike [ˈtɜrn·paɪk] ΟΥΣ ΑΥΤΟΚ

pike3 [paɪk] ΟΥΣ (weapon)

pike
pique θηλ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
pike
yellow pike
épieu ΣΤΡΑΤ
pike

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Pike kept a piece of her victim's skull.
en.wikipedia.org
Pike and other fish were taken from the rivers.
en.wikipedia.org
Pike estimated that the hotel was worth $5 million (3.2 million) in 2002.
en.wikipedia.org
On sunny days, pike stay closer to the shallow shore.
en.wikipedia.org
During the 18th century, the heads of traitors were mounted on pikes and exhibited on the roof.
en.wikipedia.org