Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

py
désordre

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

disarray [βρετ dɪsəˈreɪ, αμερικ ˌdɪsəˈreɪ] ΟΥΣ

1. disarray (confusion):

disarray
confusion θηλ
in complete disarray
in total disarray

2. disarray (disorder):

disarray
désordre αρσ
in disarray
to throw [sth/sb] into confusion or disarray meeting, group
to throw [sth/sb] into confusion or disarray people
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
disarray
en mauvais arroi μτφ affaires
in disarray
disarray
in disarray
to be in a state of disarray

στο λεξικό PONS

disarray [ˌdɪsəˈreɪ] ΟΥΣ no πλ

1. disarray (disorder):

disarray
désordre αρσ

2. disarray (confusion):

disarray
confusion θηλ
in a state of disarray
στο λεξικό PONS

disarray [ˌdɪs· ə ·ˈreɪ] ΟΥΣ

1. disarray (disorder):

disarray
désordre αρσ

2. disarray (confusion):

disarray
confusion θηλ
in a state of disarray

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

This engagement ended in disarray after about a year.
en.wikipedia.org
He next joins a retreating column that is in disarray.
en.wikipedia.org
Their first task was to condition the seminary for the opening of classes, for they had found it in disarray.
en.wikipedia.org
In the film (which roughly mirrors her real life), her personal life is in disarray.
en.wikipedia.org
In addition, the food market was in disarray.
en.wikipedia.org