Μεταφράσεις για „εμπνέω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

εμπνέω <ενέπνευσα [ή έμπνευσα], εμπνεύστηκα, εμπνευσμένος> [ɛmˈbnɛɔ] VERB trans

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文