Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „αναφλέγω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

I . αναφλέ|γω <-ξα, -χτηκα> [anaˈflɛɣɔ] VERB μεταβ

1. αναφλέγω (μεταδίνω φωτιά):

αναφλέγω

2. αναφλέγω μτφ (μίσος):

αναφλέγω

II . αναφλέγομαι VERB αυτοπ ρήμα (παίρνω φωτιά)

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский