Αγγλικά » Σλοβενικά

Μεταφράσεις για „sledil“ στο λεξικό Αγγλικά » Σλοβενικά

(Μετάβαση προς Σλοβενικά » Αγγλικά)
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: sled , sledge , sliding , slender , slew , sleigh , sleeve , sleepy , sleazy , sleaze , slept , sleet , sleek και sleep

I . sledge [sleʤ] ΟΥΣ

1. sledge (for snow):

sani θηλ πλ

2. sledge οικ (sledgehammer):

macola θηλ

III . sledge [sleʤ] ΡΉΜΑ μεταβ

I . sled [αμερικ sled] αμερικ ΟΥΣ

sani θηλ πλ

II . sled <-dd-> [αμερικ sled] αμερικ ΡΉΜΑ αμετάβ

III . sled <-dd-> [αμερικ sled] αμερικ ΡΉΜΑ μεταβ

slen·der [ˈslendəʳ] ΕΠΊΘ

slid·ing [ˈslaɪdɪŋ] ΕΠΊΘ προσδιορ

I . sleep [sli:p] ΟΥΣ

2. sleep no πλ (in eyes):

I . sleek [sli:k] ΕΠΊΘ

2. sleek μτφ (in manner):

3. sleek (well-groomed):

II . sleek [sli:k] ΡΉΜΑ μεταβ

gladiti [στιγμ zgladiti]
krtačiti [στιγμ pokrtačiti]

I . sleet [sli:t] ΟΥΣ no πλ

ledeni dež αρσ
sodra θηλ

II . sleet [sli:t] ΡΉΜΑ αμετάβ απρόσ ρήμα

slept [slept] ΡΉΜΑ

slept παρελθ, μετ παρακειμ of sleep:

Βλέπε και: sleep together , sleep through , sleep out , sleep off , sleep in , sleep around , sleep

sleep together ΡΉΜΑ αμετάβ (have sex, share bedroom)

sleep off ΡΉΜΑ μεταβ

sleep hangover, cold, headache:

zdraviti [στιγμ pozdraviti s spancem]

sleep in ΡΉΜΑ αμετάβ

1. sleep (sleep late):

2. sleep (sleep at work):

sleep around ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

sleaze [sli:z] ΟΥΣ

1. sleaze no πλ (immorality):

pokvarjenost θηλ

2. sleaze αμερικ οικ (person):

sleepy [ˈsli:pi] ΕΠΊΘ

1. sleepy (drowsy):

2. sleepy (quiet):

sleeve [sli:v] ΟΥΣ

2. sleeve (for rod, tube):

obojka θηλ

sleigh [sleɪ] ΟΥΣ

vprežne sani θηλ πλ

slew [slu:] ΡΉΜΑ

slew παρελθ of slay:

Βλέπε και: slay

slay <slew, slain> [sleɪ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. slay λογοτεχνικό απαρχ (kill):

pokončevati [στιγμ pokončati]
ubijati [στιγμ ubiti]

2. slay αμερικ (murder):

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский | Slovenščina