premišlj|eváti <premišljújem; premišljevàl> ΡΉΜΑ εξακολ αμετάβ
izmišlj|eváti si <izmišljújem; izmišljevàl> ΡΉΜΑ εξακολ αυτοπ ρήμα
I. vsilj|eváti <vsiljújem; vsiljevàl> ΡΉΜΑ εξακολ μεταβ
zapelj|eváti <zapeljújem; zapeljevàl> ΡΉΜΑ εξακολ μεταβ
1. zapeljevati (pregovarjati):
2. zapeljevati (osvajati):
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.