Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Gläubigers
fugitive

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. latitante [latiˈtante] ΕΠΊΘ

1. latitante ΝΟΜ:

latitante
latitante
essere latitante
rendersi latitante

2. latitante μτφ:

essere latitante

II. latitante [latiˈtante] ΟΥΣ αρσ θηλ

latitante
latitante
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
latitante αρσ θηλ
non arrestato, latitante
a piede libero, latitante
essere un latitante or un ricercato

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. latitante [la·ti·ˈtan·te] ΕΠΊΘ

latitante

II. latitante [la·ti·ˈtan·te] ΟΥΣ αρσ θηλ

latitante
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
essere latitante
essere latitante

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Da allora è scomparso ed è considerato latitante dalla polizia tedesca.
it.wikipedia.org
Accusato poi di bancarotta fraudolenta, è stato latitante per alcune settimane.
it.wikipedia.org
Jones resta latitante per circa un giorno e poi si consegna alla polizia, venendo arrestato e poi rilasciato su cauzione.
it.wikipedia.org
Così decide di cercarlo nel database scoprendo che è un latitante con un'accusa di omicidio.
it.wikipedia.org
I detective scoprono che il ritratto del latitante è falso e che l'intervista è tutto una finta.
it.wikipedia.org