Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Corpo
suspected

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. indiziato [inditˈtsjato] ΡΉΜΑ μετ παρακειμ

indiziato → indiziare

II. indiziato [inditˈtsjato] ΕΠΊΘ

indiziato
arrestare qn perché indiziato di qc

III. indiziato (indiziata) [inditˈtsjato] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

indiziato (indiziata)

indiziare [inditˈtsjare] ΡΉΜΑ μεταβ

indiziare [inditˈtsjare] ΡΉΜΑ μεταβ

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
arrestare qn per, perché indiziato di qc

στο λεξικό PONS

I. indiziato (-a) [in·dit·ˈtsia:·to] ΕΠΊΘ

indiziato (-a)

II. indiziato (-a) [in·dit·ˈtsia:·to] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

indiziato (-a)

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Il fermo di indiziato di delitto, secondo la legge italiana, è una misura restrittiva della libertà personale.
it.wikipedia.org
Le indagini congiunte portano anche a scoprire alcuni presunti crimini commessi dagli indiziati.
it.wikipedia.org
Fu inizialmente indiziato quando vennero trovate le prime tre vittime, ma non fu seriamente considerato come un sospetto.
it.wikipedia.org
La detective dice all'indiziato che ci sono prove sufficienti per incriminarlo.
it.wikipedia.org
Ad essere il principale indiziato del delitto è il giocatore di baseball cui la vittima lo riforniva di steroidi e che probabilmente lo ricattava.
it.wikipedia.org