Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Albal
distinctive

Oxford Spanish Dictionary

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

peculiar ΕΠΊΘ

1. peculiar (característico):

peculiar
su peculiar modo de escribir

2. peculiar (poco común, raro):

peculiar sensación
peculiar
peculiar sensación
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
odd-looking person/animal
de aspecto peculiar
odd-looking object
peculiar
odd-sounding voice/music
de sonido peculiar
peculiar
peculiar

στο λεξικό PONS

peculiar ΕΠΊΘ

1. peculiar (especial):

peculiar

2. peculiar (raro):

peculiar
peculiar
στο λεξικό PONS
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

peculiar [pe·ku·ˈljar] ΕΠΊΘ

1. peculiar (especial):

peculiar

2. peculiar (raro):

peculiar
peculiar
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
peculiar
peculiar

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Lo peculiar del concepto de neo-solteros es que se sale precisamente de la modalidad relacional.
www.ramonacantu.com
En el niño, el cuadro clínico reviste características peculiares.
www.cienciahoy.org.ar
Se caracteriza por una peculiar división de la empella, así como por las costuras confeccionadas a mano de la pala.
www.cueronet.com
Tal asunto es peculiar porque esto podría hablarnos de varias cosas.
dilatarlapupila.wordpress.com
Heráclito por su peculiar estilo aforístico y su reivindicación de la existencia de la contradicción y el movimiento, de la realidad como lugar de la temporalidad y el devenir.
www.e-torredebabel.com