Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Islamischer
leadership

Oxford Spanish Dictionary

liderazgo, liderato ΟΥΣ αρσ

στο λεξικό PONS

liderato ΟΥΣ αρσ, liderazgo ΟΥΣ αρσ χωρίς πλ

liderato
capacidad de liderato
apoderarse del liderato
στο λεξικό PONS

liderato [li·de·ˈra·to] ΟΥΣ αρσ, liderazgo [li·de·ˈras·ɣo, -ˈraθ·ɣo] ΟΥΣ αρσ

liderato
capacidad de liderato
apoderarse del liderato

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Creo que el papa trató de derrocar el liderato político, tomando el control para sí.
www.cuttingedge.org
Android permanece en el liderato del mercado, con un total de 187,4 millones despachos de unidades y un 79,3 % del mercado.
www.enter.co
Tenemos que ganar credibilidad y que los vegabajeños nos crean y confíen en nuestro liderato político, concluyó el posible candidato a alcalde en 2016.
diariovegabajeno.com
Siempre que sea posible se deben, también, organizar sesiones informativas a quienes ejercen el liderato.
aceproject.org
Como todo récord mundial, se necesita esfuerzo y dedicación, ya qua al liderato no se accede por casualidad.
ataquealpoder.wordpress.com