Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

gewalt
stuffed

Oxford Spanish Dictionary

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. atiborrar ΡΉΜΑ μεταβ

has atiborrado el cajón y ahora no se abre
atiborrar algo/a alg. de algo
to stuff sth/sb with sth

II. atiborrarse ΡΉΜΑ vpr

to stuff oneself with sth
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
cram-full carriage/bus
atiborrado de gente
cram-full shelves/wardrobe/drawer
atiborrado
to be overcrowded with sth
estar abarrotado or atiborrado de algo
el baúl estaba atiborrado de libros
el armario está atiborrado or lleno de cosas

στο λεξικό PONS

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. atiborrar ΡΉΜΑ μεταβ

II. atiborrar ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
στο λεξικό PONS

I. atiborrar [a·ti·βo·ˈrrar] ΡΉΜΑ μεταβ

II. atiborrar [a·ti·βo·ˈrrar] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

presente
yoatiborro
atiborras
él/ella/ustedatiborra
nosotros/nosotrasatiborramos
vosotros/vosotrasatiborráis
ellos/ellas/ustedesatiborran
imperfecto
yoatiborraba
atiborrabas
él/ella/ustedatiborraba
nosotros/nosotrasatiborrábamos
vosotros/vosotrasatiborrabais
ellos/ellas/ustedesatiborraban
indefinido
yoatiborré
atiborraste
él/ella/ustedatiborró
nosotros/nosotrasatiborramos
vosotros/vosotrasatiborrasteis
ellos/ellas/ustedesatiborraron
futuro
yoatiborraré
atiborrarás
él/ella/ustedatiborrará
nosotros/nosotrasatiborraremos
vosotros/vosotrasatiborraréis
ellos/ellas/ustedesatiborrarán

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

A su atiborrada agenda habría que agregarle las visitas al gastroenterólogo, cortesía directa de su ritmo de vida.
www.guillermotejadadapuetto.com
A pesar de que estaba atiborrado de gente, todo era indiferencia.
blogindieo.com
Adoptó una irónica imagen de mafioso y grabó un memorable disco debut, atiborrado de energía y sabor.
www.fania.com
Como mucho, pueden aspirar a una escapada de fin de semana a las atiborradas y contaminadas playas de Ática huyendo de los calores de agosto.
mamvas.blogspot.com
Ese que corría sin razón frente a un metrovía atiborrado de gente.
plutoindolente.blogspot.com

Αναζήτηση "atiborrado" σε άλλες γλώσσες