Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

March
relating to a trade
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. hand·werk·lich ΕΠΊΘ

handwerklich

II. hand·werk·lich ΕΠΊΡΡ

handwerklich
handwerklich unbegabt sein
handwerklich unbegabt sein
to have two left hands οικ χιουμ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
handwerklich
handwerklich arbeiten
to be a manual labourer [or αμερικ laborer] [or worker] (as a craftsman)
handwerklich arbeiten
handwerklich geschickt sein

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

handwerklich unbegabt sein
to have two left hands οικ χιουμ

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die Namen Diamant für einen Vier-Punkt-Kegel und Brillant für einen Drei-Punkt-Kegel weisen auf den hohen Wert und die handwerkliche Kunst dieser Feinarbeit hin.
de.wikipedia.org
Handwerklich wird ein Weinglas ebenso per Druck und Blasen hergestellt, jedoch von einem Glasbläser an der sogenannten Glasmacherpfeife.
de.wikipedia.org
Für eine Produktionsmechanikerlehre eignen sich Jugendliche, bei denen das Interesse für die Welt der Mechanik mit handwerklichem Geschick, Mathematikkenntnissen und gutem Auffassungsvermögen verbunden ist.
de.wikipedia.org
Die kursiven Versagensgründe sind meist auf mangelnde handwerkliche Ausführung der Sprenganlage durch den Sprengberechtigten zurückzuführen.
de.wikipedia.org
Die handwerkliche Ausführung dieser Spezialarbeit erfolgt meist durch Modisten, häufig durch auf Pelz spezialisierte Familienbetriebe.
de.wikipedia.org