Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

nenfreint
well-brought up
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. ge·sit·tet [gəˈzɪtət] ΕΠΊΘ

gesittet
gesittet

II. ge·sit·tet [gəˈzɪtət] ΕΠΊΡΡ

sich αιτ gesittet aufführen [o. benehmen]
sich αιτ gesittet aufführen [o. benehmen]
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
gesittet

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

sich αιτ gesittet aufführen [o. benehmen]

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Wegen der fünf Schwestern war der Ton im Elternhaus sehr „gesittet“, der einzige Sohn wurde verwöhnt.
de.wikipedia.org
Aber man macht das mit Kultur und man sagt das gesittet.
de.wikipedia.org
Er ist brauchbar im praktischen Dienst solide, gesittet und anständig in seinem äußeren Benehmen.
de.wikipedia.org
Im Vergleich zu ihren schrägen, gewagten Clips aus den Anfängen der Comedy-Gruppe sind ihre TV-Sendungen deutlich gesitteter, jedoch mit Beibehaltung ihres teils frechen Auftretens.
de.wikipedia.org
Derjenige, der diese Fähigkeit besitzt, solle dadurch zu einem wohlerzogenen und gesitteten Menschen werden.
de.wikipedia.org