Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

schwedische
seat [of trousers]
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ho·sen·bo·den <-s, -böden> ΟΥΣ αρσ

Hosenboden (Gesäßteil der Hose):

Hosenboden

ιδιωτισμοί:

sich αιτ auf den Hosenboden setzen οικ
sich αιτ auf den Hosenboden setzen οικ
to pull one's socks up βρετ
sich αιτ auf den Hosenboden setzen οικ
to get stuck in βρετ οικ
jdm den Hosenboden strammziehen οικ
to give sb a [good] hiding χιουμ
den Hosenboden vollkriegen οικ
to get a [good] hiding χιουμ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
hunker down μτφ
sich αιτ auf den Hosenboden setzen οικ
seat of trousers, pants
Hosenboden αρσ <-s, -böden>

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

sich αιτ auf den Hosenboden setzen οικ
sich αιτ auf den Hosenboden setzen οικ
to pull one's socks up βρετ
sich αιτ auf den Hosenboden setzen οικ
to get stuck in βρετ οικ
jdm den Hosenboden strammziehen οικ
to give sb a [good] hiding χιουμ
den Hosenboden vollkriegen οικ
to get a [good] hiding χιουμ

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Seine Freude über diesen Erfolg drückte er aus, indem er spontan auf dem Hosenboden über den Schanzentisch rutschte.
de.wikipedia.org
Die Zahl der Hiebe lag üblicherweise zwischen zwei und vier (bei Applikation auf die Hände) bzw. drei und zwölf auf den gespannten Hosenboden.
de.wikipedia.org
Im Schulmilieu wurden Strafen außer auf den Hosenboden oft auch auf die ausgestreckte Hand des Kindes gegeben („Tatzen“).
de.wikipedia.org
Die Kniehose ist mit leicht gespreizten Beinen und voluminösem Hosenboden geschnitten.
de.wikipedia.org
Es diente als Schutz vor dem Durchwetzen des Hosenbodens sowie gegen Bodennässe und Kälte beim Sitzen.
de.wikipedia.org