στο λεξικό PONS
ab|schei·ben ΡΉΜΑ μεταβ ΟΙΚΟΔ
- etw abscheiben
-
Brot·schnit·te <-, -n> ΟΥΣ θηλ
Brot·schnei·de·ma·schi·ne <-, -n> ΟΥΣ θηλ
Brot·schrift ΟΥΣ θηλ
Zeit·schei·be <-, -n> ΟΥΣ θηλ Η/Υ
Schei·ben·he·ber <-s, -> ΟΥΣ αρσ
Schei·ben·rad <-(e)s, -räder> ΟΥΣ ουδ
Schei·ben·wi·scher <-s, -> ΟΥΣ αρσ
Bandscheibenvorfall ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
Parkscheibenzone ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ, ΥΠΟΔΟΜΉ
Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA
Motor-Riemenscheibe
Scheibenfeder
Keilriemenscheibe
Teflonscheibe
Riemenscheibe
Verdichter-Riemenscheibe
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.