Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

geschlagenes
gälisch

I. gaélique [gaelik] ΕΠΊΘ

gaélique

II. gaélique [gaelik] ΟΥΣ αρσ

le gaélique
Gälisch ουδ
le gaélique

allemand(e) [almɑ͂, ɑ͂d] ΕΠΊΘ

1. allemand langue, mot, expression:

binnendeutsch ειδικ ορολ

2. allemand (produit en Allemagne):

allemand [almɑ͂] ΟΥΣ αρσ

Deutsch ουδ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

le gaélique

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Écrit en gaélique, il est enluminé et est probablement conservé dans la bibliothèque abbatiale durant toute la période cistercienne.
fr.wikipedia.org
Cuil (prononcer « cool », d'un mot gaélique qui signifie connaissance et noisette) était un moteur de recherche dévoilé le 28 juillet 2008.
fr.wikipedia.org
Carne provient lui-même du gaélique carn (« tas de pierres »).
fr.wikipedia.org
En gaélique écossais elle est appelée bean nighe, c'est-à-dire « femme laveuse », parfois sous le diminutif ban nigheachain « petite laveuse » ou bien nigheag na h-àth « laveuse du gué ».
fr.wikipedia.org
En plus d'être poète, il était aussi professeur, écrivain, chansonnier et lexicographe qui cherchait à préserver l'héritage de la tradition orale gaélique.
fr.wikipedia.org

Αναζήτηση "gaélique" σε άλλες γλώσσες