Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

geschlagenen
Crêpes

crêper [kʀepe] ΡΉΜΑ μεταβ

1. crêper ΚΛΩΣΤ:

2. crêper (peigner):

crêper (cheveux)

crêpe1 [kʀɛp] ΟΥΣ θηλ

crêpe ΜΑΓΕΙΡ:

Crêpe θηλ

ιδιωτισμοί:

jdn umstimmen [o. herumkriegen οικ]

crêpe2 [kʀɛp] ΟΥΣ αρσ

1. crêpe ΚΛΩΣΤ:

Krepp αρσ
Crêpe αρσ

2. crêpe:

Trauerflor αρσ

3. crêpe (pour semelles):

Kreppgummi αρσ o ουδ

II. crêpe2 [kʀɛp]

Crêpe de Chine αρσ
Chinakrepp αρσ
Présent
jecrêpe
tucrêpes
il/elle/oncrêpe
nouscrêpons
vouscrêpez
ils/ellescrêpent
Imparfait
jecrêpais
tucrêpais
il/elle/oncrêpait
nouscrêpions
vouscrêpiez
ils/ellescrêpaient
Passé simple
jecrêpai
tucrêpas
il/elle/oncrêpa
nouscrêpâmes
vouscrêpâtes
ils/ellescrêpèrent
Futur simple
jecrêperai
tucrêperas
il/elle/oncrêpera
nouscrêperons
vouscrêperez
ils/ellescrêperont

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Sur la carte des crêperies, les crêpes de blé noir sont parfois improprement appelées galettes.
fr.wikipedia.org
À la Chandeleur, on mange des crêpes en famille, dans l'idée que les blés ne seront pas cariés.
fr.wikipedia.org
Les différentes sortes de couscous, de crêpes, de bouillies, etc., et les légumes secs les agrémentant apparaissent.
fr.wikipedia.org
Les crêpes possèdent de nombreux équivalents, traditionnellement cuisinés dans d’autres pays du monde.
fr.wikipedia.org
La feuillantine peut, par exemple, être obtenue en mélangeant du chocolat fondu avec des crêpes dentelles écrasées.
fr.wikipedia.org