Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

senrôler
enlist

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. enrôler [ɑ̃ʀole] ΡΉΜΑ μεταβ

enrôler ΣΤΡΑΤ
enrôler ΣΤΡΑΤ

II. s'enrôler ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

s'enrôler αυτοπ ρήμα:

s'enrôler dans la marine
to enrol in the navy βρετ
s'enrôler dans la marine
s'enrôler dans l'armée de terre
to enrol in the army βρετ
s'enrôler dans l'armée de terre
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
enlist soldier
s'enrôler, s'engager
conscript worker
enrol ΣΤΡΑΤ recruit
press ΝΑΥΣ, ΙΣΤΟΡΊΑ recruit, man

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. enrôler [ɑ̃ʀole] ΡΉΜΑ μεταβ

1. enrôler (recruter):

to recruit sb into sth

2. enrôler ΣΤΡΑΤ:

II. enrôler [ɑ̃ʀole] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

s'enrôler dans qc
to join sth
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
recruit soldiers
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. enrôler [ɑ͂ʀole] ΡΉΜΑ μεταβ

1. enrôler (recruter):

to recruit sb into sth

2. enrôler ΣΤΡΑΤ:

II. enrôler [ɑ͂ʀole] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

s'enrôler dans qc
to join sth
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
recruit soldiers
Présent
j'enrôle
tuenrôles
il/elle/onenrôle
nousenrôlons
vousenrôlez
ils/ellesenrôlent
Imparfait
j'enrôlais
tuenrôlais
il/elle/onenrôlait
nousenrôlions
vousenrôliez
ils/ellesenrôlaient
Passé simple
j'enrôlai
tuenrôlas
il/elle/onenrôla
nousenrôlâmes
vousenrôlâtes
ils/ellesenrôlèrent
Futur simple
j'enrôlerai
tuenrôleras
il/elle/onenrôlera
nousenrôlerons
vousenrôlerez
ils/ellesenrôleront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

s'enrôler dans qc
to join sth

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Les déserteurs étaient nombreux (près d'un sur cinq), soit pour fuir la condition militaire, soit pour s'enrôler ailleurs sous un autre nom.
fr.wikipedia.org
Il entra dans l'administration de l'enregistrement, et démissionna en 1815, pour s'enrôler dans la garde nationale mobile.
fr.wikipedia.org