Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lopinion
Debauched

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

débaucher [deboʃe] ΡΉΜΑ μεταβ

1. débaucher (licencier):

débaucher employé

2. débaucher (inciter à la grève):

3. débaucher (dépraver):

débaucher personne

4. débaucher (distraire):

débaucher οικ
to tempt [sb] away (pour faire to do)
je voulais réviser mais il m'a débauchée!

débauche [deboʃ] ΟΥΣ θηλ

1. débauche (dépravation):

2. débauche (profusion):

I. débauché (débauchée) [deboʃe] ΡΉΜΑ μετ παρακειμ

débauché → débaucher

II. débauché (débauchée) [deboʃe] ΕΠΊΘ

débauché personne:

débauché (débauchée)

III. débauché (débauchée) [deboʃe] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

débauché (débauchée)

débaucher [deboʃe] ΡΉΜΑ μεταβ

1. débaucher (licencier):

débaucher employé

2. débaucher (inciter à la grève):

3. débaucher (dépraver):

débaucher personne

4. débaucher (distraire):

débaucher οικ
to tempt [sb] away (pour faire to do)
je voulais réviser mais il m'a débauchée!
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
débauche θηλ
débauche θηλ
débauché αρσ
débauche θηλ

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

débauché(e) [deboʃe] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

I. débaucher [deboʃe] ΡΉΜΑ μεταβ

1. débaucher (détourner d'un travail):

2. débaucher (licencier):

II. débaucher [deboʃe] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

débauche [deboʃ] ΟΥΣ θηλ

1. débauche (vice):

2. débauche (abondance, excès):

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
une débauchée
débauché(e) αρσ (θηλ)
débauché αρσ
débauche θηλ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

débauché(e) [deboʃe] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

I. débaucher [deboʃe] ΡΉΜΑ μεταβ

1. débaucher (détourner d'un travail):

2. débaucher (licencier):

II. débaucher [deboʃe] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

débaucher se débaucher:

débauche [deboʃ] ΟΥΣ θηλ

1. débauche (vice):

2. débauche (abondance, excès):

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
une débauchée
débauché αρσ
débauche θηλ
débauche θηλ
Présent
jedébauche
tudébauches
il/elle/ondébauche
nousdébauchons
vousdébauchez
ils/ellesdébauchent
Imparfait
jedébauchais
tudébauchais
il/elle/ondébauchait
nousdébauchions
vousdébauchiez
ils/ellesdébauchaient
Passé simple
jedébauchai
tudébauchas
il/elle/ondébaucha
nousdébauchâmes
vousdébauchâtes
ils/ellesdébauchèrent
Futur simple
jedébaucherai
tudébaucheras
il/elle/ondébauchera
nousdébaucherons
vousdébaucherez
ils/ellesdébaucheront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "débauchée" σε άλλες γλώσσες