Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

unaffermazione
rarità

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

rarity [βρετ ˈrɛːrɪti, αμερικ ˈrɛrədi] ΟΥΣ

1. rarity:

rarity (plant)
pianta θηλ rara
rarity (bird)
uccello αρσ raro
rarity (collector's item)
pezzo αρσ raro
rarity (collector's item)
rarità θηλ

2. rarity (rare occurrence):

rarity
fenomeno αρσ raro
to be a rarity
it is a rarity for sb to do

3. rarity (rareness):

rarity
rarità θηλ
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
rarity
the rarity of an illness
rarity
this book is a rarity
chicca μτφ
rarity
rarity

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

rarity <-ies> [ˈre··ti] ΟΥΣ

rarity
rarità θηλ
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
rarity

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

By the beginning of 1933 even this scale of work was a rarity.
en.wikipedia.org
Bottleneck stamps and currency are now sought-after rarities.
en.wikipedia.org
Due to its rarity in the ancient world, steel was usually recycled, so broken tools, nails and cookwear often provided a ready supply of steel.
en.wikipedia.org
It is not always possible to follow the above points, because of the rarity of such frames, and the need for more pleasing appearance.
en.wikipedia.org
It has also been said that jackalopes will only breed during winter electrical storms, explaining their rarity.
en.wikipedia.org