Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Censor
Zwerg

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. dwarf <pl -s [or dwarves]> [dwɔ:f, αμερικ dwɔ:rf] ΟΥΣ

1. dwarf (small person):

dwarf
Zwerg(in) αρσ (θηλ) <-(e)s, -e>

2. dwarf (imaginary creature):

dwarf
Zwerg αρσ <-(e)s, -e>

II. dwarf [dwɔ:f, αμερικ dwɔ:rf] ΟΥΣ modifier

dwarf (conifer, lemur, hippo):

dwarf
dwarf

III. dwarf [dwɔ:f, αμερικ dwɔ:rf] ΡΉΜΑ μεταβ

to dwarf sb/sth
jdn/etw überragen
to dwarf sb/sth μτφ
jdn/etw in den Schatten stellen μτφ

white ˈdwarf ΟΥΣ ΑΣΤΡΟΝ

white dwarf

red dwarf [ˌred ˈdwɔ:f, αμερικ -ˈdwɔ:rf] ΟΥΣ ΑΣΤΡΟΝ

red dwarf
roter Zwerg αρσ

ˈdwarf star ΟΥΣ ΑΣΤΡΟΝ

dwarf star
Zwerg[stern] αρσ ειδικ ορολ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
poison[ed] dwarf μειωτ οικ
dwarf
dwarf pine
dwarf [or αμερικ bush] bean
dwarf
poison[ed] dwarf μειωτ οικ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

dwarf willow [ˈdwɔːfˌwɪləʊ] ΟΥΣ

dwarf willow

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

dwarf shoot of limited growth

Present
Idwarf
youdwarf
he/she/itdwarfs
wedwarf
youdwarf
theydwarf
Past
Idwarfed
youdwarfed
he/she/itdwarfed
wedwarfed
youdwarfed
theydwarfed
Present Perfect
Ihavedwarfed
youhavedwarfed
he/she/ithasdwarfed
wehavedwarfed
youhavedwarfed
theyhavedwarfed
Past Perfect
Ihaddwarfed
youhaddwarfed
he/she/ithaddwarfed
wehaddwarfed
youhaddwarfed
theyhaddwarfed

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

For a planet around a red dwarf star to support life, it would require a rapidly rotating magnetic field to protect it from the flares.
en.wikipedia.org
We noticed a dwarf walking around the day before the opening show...
en.wikipedia.org
Red dwarf stars are unstable and eject frequent solar flares.
en.wikipedia.org
On a red dwarf planet, photosynthesis on the night side would be impossible, since it would never see the sun.
en.wikipedia.org
With an absolute magnitude of 5.2, it is a dwarf planet candidate.
en.wikipedia.org