Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

kaputtgegangen
Möpse
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. boob [bu:b] ΟΥΣ

1. boob usu pl αργκ (breast):

big boobs
große Titten χυδ

2. boob οικ (blunder):

Schnitzer αρσ <-s, -> οικ

3. boob αμερικ (person):

Trottel αρσ <-s, -> μειωτ

II. boob [bu:b] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

ˈboob job ΟΥΣ αργκ

ˈboob tube ΟΥΣ οικ

1. boob tube βρετ ΜΌΔΑ:

2. boob tube αμερικ οικ (television):

Glotze θηλ <-, -n> οικ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
jdm in die Bluse fassen αργκ
to grope sb's boobs [or tits] αργκ
was in der Bluse haben αργκ
to have big boobs [or tits] αργκ
pralle Bluse αργκ
big boobs [or tits] αργκ
in the boobs οικ
boobs πλ αργκ
boob οικ
to boob οικ
boob tube αμερικ οικ
boob tube αμερικ οικ
Present
Iboob
youboob
he/she/itboobs
weboob
youboob
theyboob
Past
Iboobed
youboobed
he/she/itboobed
weboobed
youboobed
theyboobed
Present Perfect
Ihaveboobed
youhaveboobed
he/she/ithasboobed
wehaveboobed
youhaveboobed
theyhaveboobed
Past Perfect
Ihadboobed
youhadboobed
he/she/ithadboobed
wehadboobed
youhadboobed
theyhadboobed

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

big boobs
große Titten χυδ

Αναζήτηση "boobs" σε άλλες γλώσσες