Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

ausgebreitet
raquette de tennis

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

racket [βρετ ˈrakɪt, αμερικ ˈrækət] ΟΥΣ

1. racket ΑΘΛ:

raquette θηλ
racket προσδιορ cover, handle, string, control

2. racket (noise):

racket οικ
vacarme αρσ
racket οικ
raffut αρσ οικ

3. racket (swindle):

4. racket (illegal activity):

trafic αρσ
he's in on the racket οικ
il est dans le coup οικ

5. racket (business):

racket οικ
métier αρσ
racket οικ
boulot αρσ οικ

tennis [βρετ ˈtɛnɪs, αμερικ ˈtɛnəs] ΟΥΣ

tennis αρσ
men's tennis προσδιορ ball, match, player, racket, skirt

στο λεξικό PONS

tennis racket ΟΥΣ

στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
restring tennis racket
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

racket [ˈrækɪt] ΟΥΣ

1. racket ΑΘΛ:

raquette θηλ

2. racket πλ (games):

jeu αρσ de paume

3. racket no πλ οικ (noise):

vacarme αρσ

4. racket μειωτ (dishonest scheme):

tennis [ˈtenɪs] ΟΥΣ no πλ

tennis αρσ
στο λεξικό PONS

tennis racket ΟΥΣ

στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
restring tennis racket
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

racket [ˈræk·ɪt] ΟΥΣ

1. racket sports:

raquette θηλ

2. racket οικ (noise):

vacarme αρσ

3. racket (dishonest practice):

racket αρσ

tennis [ˈten·ɪs] ΟΥΣ

tennis αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

She hits him over the head with a tennis racket.
en.wikipedia.org
She hears a noise and grabs a tennis racket for defense, and puts a whistle in her mouth.
en.wikipedia.org
The paddle is similar in size and shape to a table tennis racket.
en.wikipedia.org
Sometimes a tennis racket and for one year, twice each week, a euphonium.
www.smh.com.au
She uses a tennis racket for a launcher in the first season.
en.wikipedia.org