Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

世界记录
sickens

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. sicken [βρετ ˈsɪk(ə)n, αμερικ ˈsɪkən] ΡΉΜΑ μεταβ

sicken μτφ

II. sicken [βρετ ˈsɪk(ə)n, αμερικ ˈsɪkən] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. sicken λογοτεχνικό person, animal:

ιδιωτισμοί:

to sicken of (grow weary of) μτφ
to sicken of (grow weary of) μτφ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
ulcérer propos, comportement:

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. sicken [ˈsɪkən] ΡΉΜΑ αμετάβ ΙΑΤΡ

1. sicken (become sick):

2. sicken βρετ (become sick with):

3. sicken μτφ:

II. sicken [ˈsɪkən] ΡΉΜΑ μεταβ (upset)

to be sickened at sth
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
écœurer injustice, déception
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. sicken [ˈsɪk· ə n] ΡΉΜΑ αμετάβ ΙΑΤΡ

1. sicken (become sick):

2. sicken μτφ (be fed up):

II. sicken [ˈsɪk· ə n] ΡΉΜΑ μεταβ (upset)

to be sickened at sth
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
écœurer injustice, déception
Present
Isicken
yousicken
he/she/itsickens
wesicken
yousicken
theysicken
Past
Isickened
yousickened
he/she/itsickened
wesickened
yousickened
theysickened
Present Perfect
Ihavesickened
youhavesickened
he/she/ithassickened
wehavesickened
youhavesickened
theyhavesickened
Past Perfect
Ihadsickened
youhadsickened
he/she/ithadsickened
wehadsickened
youhadsickened
theyhadsickened

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

to be sickened at sth

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

In less than three weeks, however, he sickened of fever and died, not without grave suspicion of having been poisoned.
en.wikipedia.org
The maiden married, from spite, the first and best man that she met with: the youth was sickened at it.
en.wikipedia.org
A total of 35 people from 19 states were sickened from tainted products, most of them children.
en.wikipedia.org
Sports because he was sickened by what he heard.
en.wikipedia.org
It may chronically sicken some children, as well as adults exposed and immunocompromised.
en.wikipedia.org