Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Wunderbare
s'accroupir

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. crouch [βρετ kraʊtʃ, αμερικ kraʊtʃ] ΟΥΣ

crouch

II. crouch [βρετ kraʊtʃ, αμερικ kraʊtʃ] ΡΉΜΑ αμετάβ a. crouch down

crouch person:
crouch person, animal: (in order to hide)
crouch (for attack)
low bend, crouch
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
to crouch (down)
to crouch

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

crouch [kraʊtʃ] ΡΉΜΑ αμετάβ

crouch
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
to crouch down
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

crouch [kraʊtʃ] ΡΉΜΑ αμετάβ

crouch
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
terrer animal
to crouch down
Present
Icrouch
youcrouch
he/she/itcrouches
wecrouch
youcrouch
theycrouch
Past
Icrouched
youcrouched
he/she/itcrouched
wecrouched
youcrouched
theycrouched
Present Perfect
Ihavecrouched
youhavecrouched
he/she/ithascrouched
wehavecrouched
youhavecrouched
theyhavecrouched
Past Perfect
Ihadcrouched
youhadcrouched
he/she/ithadcrouched
wehadcrouched
youhadcrouched
theyhadcrouched

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Half crouching, half turning figures were still being danced by the older generation in the 1970s.
en.wikipedia.org
When frightened, it tends to freeze with its body crouched low and its head raised vertically just high enough to see.
en.wikipedia.org
A defensive attitude involves lying flat on the ground or crouching with wings spread out.
en.wikipedia.org
He crouches, lies down like a lion, like the king of beastswho dare rouse him?
en.wikipedia.org
They attempt to evade detection by crouching in the vegetation where their cryptic colouration makes them difficult to observe.
en.wikipedia.org