Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

unterhalt
brute

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. brute [βρετ bruːt, αμερικ brut] ΟΥΣ

1. brute (man):

brute
brute θηλ

2. brute (animal):

brute
bête θηλ

II. brute [βρετ bruːt, αμερικ brut] ΕΠΊΘ

1. brute (physical):

brute strength
by (sheer) brute force

2. brute (animal-like):

brute instinct, passion

3. brute (simple):

brute fact, question
a great hulking brute (man)
une énorme brute
a great hulking brute (dog)
he's a bit of a brute/a Tory
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
to use brute force
brute
brute
sale brute!
dirty brute!
mauvais (mauvaise)
brute

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. brute [bru:t] ΟΥΣ

brute
brute θηλ

II. brute [bru:t] ΕΠΊΘ

brute
by brute force
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
brute
brute
brute
brute
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. brute [brut] ΟΥΣ

brute
brute θηλ

II. brute [brut] ΕΠΊΘ

brute
by brute force
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
brute
brute
brute
brute

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

He reveals a head that is penetrated and governed by brute external forces.
en.wikipedia.org
One kind is "tre-en-soi", the brute existence of things such as a tree.
en.wikipedia.org
One is stronger and a brute and the other is gentler and wants to convince the woman to be his wife.
en.wikipedia.org
The triples are too many and too large to have been obtained by brute force.
en.wikipedia.org
The system derived its playing strength mainly out of brute force computing power.
en.wikipedia.org