Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Dolcetto
filon

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

bonanza [βρετ bəˈnanzə, αμερικ bəˈnænzə] ΟΥΣ

1. bonanza (windfall):

bonanza
pactole θηλ
bonanza
filon αρσ

2. bonanza προσδιορ (very successful):

a bonanza year

3. bonanza (performance, festival etc):

bonanza

4. bonanza ΜΕΤΑΛΛΕΥΤ:

bonanza
riche filon αρσ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
bonanza

στο λεξικό PONS

bonanza [bəˈnænzə] ΟΥΣ a. ΜΕΤΑΛΛΕΥΤ

bonanza
filon αρσ
a price bonanza
a goals bonanza
στο λεξικό PONS

bonanza [bə·ˈnæn·zə] ΟΥΣ a. ΜΕΤΑΛΛΕΥΤ

bonanza
filon αρσ
a price bonanza
a goals bonanza

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

For three years after the discovery of big bonanza the two mines produced $3,000,000 per month.
en.wikipedia.org
There is of course a corresponding bonanza for promoted clubs.
en.wikipedia.org
We call for strengthening rent control, providing protection against evictions, and eliminating the present hardship regulations which are a bonanza for the large realty interests.
en.wikipedia.org