Γερμανικά » Γαλλικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: beredt , bereden , Reseda και bereit

beredt [bəˈreːt] ΕΠΊΘ τυπικ

1. beredt (ausdrucksvoll):

expressif(-ive)
suggestif(-ive)

2. beredt (viel sagend):

3. beredt (redegewandt):

I . bereden* ΡΉΜΑ μεταβ

2. bereden (überreden):

II . bereden* ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

bereit [bəˈraɪt] ΕΠΊΘ

1. bereit (fertig, vorbereitet):

prêt(e)

ιδιωτισμοί:

Reseda <-, Reseden> [reˈzeːda] ΟΥΣ θηλ

réséda αρσ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina