Γερμανικά » Γαλλικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: Papierbreite , Papierolle , Papierschere , Papierkrieg , Papiertüte , Papierkram , Papierkorb , Papierbrei , Papierkassette , papieren και Papiergeld

Papierbreite ΟΥΣ f

Papiergeld ΟΥΣ nt

papieren [paˈpiːrən] ΕΠΊΘ

1. papieren (aus Papier):

2. papieren:

Papierkassette ΟΥΣ f

Papierbrei ΟΥΣ m

Papierkorb ΟΥΣ m

Papierkram ΟΥΣ m fam

Papiertüte ΟΥΣ f

Papierschere ΟΥΣ f

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文