preobremenj|eváti <preobremenjújem; preobremenjevàl> ΡΉΜΑ εξακολ μεταβ
preobremenjênost <-isamo sg > ΟΥΣ θηλ
preobremenít|ev <-ve, -vi, ve> ΟΥΣ θηλ
I. obremenj|eváti <obremenjújem; obremenjevàl> ΡΉΜΑ εξακολ μεταβ
1. obremenjevati (nalagati breme):
2. obremenjevati ΝΟΜ:
nèobremenjèn <nèobremenjêna, nèobremenjêno> ΕΠΊΘ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Αναζήτηση στο λεξικό
- preobleka
- preoblikovati
- preobložiti
- preobračati
- preobrat
- preobremenjevanje
- preobremenjevati
- preobsežen
- preorati
- preostajati
- preostanek