ungeordnet ΕΠΊΘ
Abgeordnetenhaus ΟΥΣ ουδ
Abgeordnetenbank -bänke ΟΥΣ θηλ
I. angeschnitten ΡΉΜΑ
angeschnitten μετ παρακειμ von anschneiden
II. angeschnitten ΕΠΊΘ
1. angeschnitten (mit Drall):
- angeschnitten Ball
-
2. angeschnitten (ohne Naht):
3. angeschnitten ΦΩΤΟΓΡ, ΚΙΝΗΜ:
an|schneiden ΡΉΜΑ μεταβ ανώμ
1. anschneiden (anbrechen):
- anschneiden (Brot, Kuchen)
-
2. anschneiden (kürzen):
- anschneiden (Blumen, Stiele)
-
3. anschneiden (ansprechen):
- anschneiden (Problem, Thema)
-
4. anschneiden (beim Schneidern):
5. anschneiden (beim Fahren):
- anschneiden (Kurve)
-
6. anschneiden (mit Drall spielen):
- anschneiden (Ball)
-
7. anschneiden ΦΩΤΟΓΡ, ΚΙΝΗΜ:
- anschneiden (Person, Gegenstand)
-
nachgeordnet ΕΠΊΘ τυπικ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.