Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Fraud Squad
fertile
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

frucht·bar [ˈfrʊxtba:ɐ̯] ΕΠΊΘ

1. fruchtbar (vermehrungsfähig):

fruchtbar
fruchtbar

2. fruchtbar (ertragreich):

fruchtbar
fruchtbar
fecund τυπικ

3. fruchtbar (künstlerisch produktiv):

fruchtbar
fruchtbar
voluminous τυπικ

4. fruchtbar μτφ (nutzbringend):

fruchtbar
fruchtbar
etw für jdn/etw fruchtbar machen
to use sth for the benefit of sb/sth
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
fruchtbar
fruchtbar
seid fruchtbar und mehret euch
fruchtbar
fruchtbar
fruchtbar
productive land, soil
fruchtbar
rich land
fruchtbar

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

etw für jdn/etw fruchtbar machen
to use sth for the benefit of sb/sth

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Sehr fruchtbar war dann auch seine folgende Anstellung im weit über die Grenzen der Monarchie hinaus bekannten Wiener Architektur-Atelier Fellner & Helmer (Wien IX.
de.wikipedia.org
Die hohe Feuchtigkeit erklärt die starke Entwicklung der Vegetation, die der fruchtbare Boden noch befördert.
de.wikipedia.org
Im Landesinneren findet sich ein kühleres Klima und ein fruchtbarer Boden, was Landwirtschaft ermöglicht.
de.wikipedia.org
Er veröffentlichte mehrere Bücher und Aufsätze, in denen er Erkenntnisse der Psychiatrie für die Seelsorge fruchtbar zu machen versuchte.
de.wikipedia.org
Sowohl Etrusker als auch Römer entwässerten die Polesine durch zahlreiche Kanäle und machten sie so fruchtbar.
de.wikipedia.org