Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dose
Skis

porte-skiNO <porte-skis> [pɔʀtski], porte-skisOT ΟΥΣ αρσ

ski [ski] ΟΥΣ αρσ

1. ski (objet):

Ski αρσ
Schi αρσ
à [ou en] skis

2. ski ΑΘΛ:

Skilaufen ουδ
Skifahren ουδ
[Ski]langlauf αρσ
Abfahrt θηλ
Skiwandern ουδ
Freestyle [skiing] ουδ
aller au ski οικ
Ski [o. Schi] fahren [o. laufen]
Halfpipe θηλ
Ski Cross αρσ
Slopestyle αρσ

après-ski <après-skis> [apʀɛski] ΟΥΣ αρσ

Moonboot ® [o. Snowboot] αρσ

skibobNO <skibobs> [skibɔb], ski-bobOT <ski-bobs> ΟΥΣ αρσ

Skibob αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Elle a toutefois une grande capacité à prendre de la vitesse en utilisant au mieux les trajectoires et la puissance de ses skis.
fr.wikipedia.org
Des artisans essaient par difficiles tâtonnements de réaliser des skis en mélèze, en pin cembro.
fr.wikipedia.org
Plus l'angle entre les skis sera grand et plus la pression faisant diverger les talons sera forte, plus l'arrêt se fera rapidement.
fr.wikipedia.org
Elle précise vouloir disputer encore quelques épreuves de coupe du monde avant de raccrocher définitivement les skis.
fr.wikipedia.org
Cette innovation accroît la vitesse sur les skis, particulièrement en fin de course quand le fart manque.
fr.wikipedia.org