Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

sétablirent
[Geld]sammlung

quête [kɛt] ΟΥΣ θηλ

1. quête (collecte d'argent):

quête
[Geld]sammlung θηλ
faire la quête (dans la rue) association:
faire la quête chanteur des rues:

2. quête (à l'église):

quête
Kollekte θηλ
faire la quête

3. quête λογοτεχνικό (recherche):

quête de qc
Suche θηλ nach etw
être en quête de qc
en quête d'un emploi
la quête du Graal

quête θηλ

Καταχώριση OpenDict

quête ΟΥΣ

quête du héros θηλ ΛΟΓΟΤ

I. quêter [kete] ΡΉΜΑ αμετάβ

für jdn/etw sammeln

II. quêter [kete] ΡΉΜΑ μεταβ λογοτεχνικό (solliciter)

quêter (suffrages)
quêter (regard, compliment, éloges)
heischen τυπικ
quêter l'affection de qn personne:
Présent
jequête
tuquêtes
il/elle/onquête
nousquêtons
vousquêtez
ils/ellesquêtent
Imparfait
jequêtais
tuquêtais
il/elle/onquêtait
nousquêtions
vousquêtiez
ils/ellesquêtaient
Passé simple
jequêtai
tuquêtas
il/elle/onquêta
nousquêtâmes
vousquêtâtes
ils/ellesquêtèrent
Futur simple
jequêterai
tuquêteras
il/elle/onquêtera
nousquêterons
vousquêterez
ils/ellesquêteront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

quête de qc
Suche θηλ nach etw
faire la quête (dans la rue) association:

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Une quête qui le conduit vers un grand nombre de jeunes et jolies femmes.
fr.wikipedia.org
Ensemble, ils se lancent dans une improbable quête.
fr.wikipedia.org
Les quêtes peuvent être communes à plusieurs joueurs.
fr.wikipedia.org
Elle meurt et, comme le roi n'a qu'une fille et qu'il souhaite avoir un descendant mâle, il part en quête d'une nouvelle épouse.
fr.wikipedia.org
De retour en ville, il renonce à sa quête et reprend sa vie insouciante.
fr.wikipedia.org