Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

änderungsantrag
Inconvenient

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

inconvenant (inconvenante) [ɛ̃kɔ̃vnɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ

inconvenant (inconvenante) terme
inconvenant (inconvenante) attitude, propos, discours
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
indecorously behave, guffaw
d'une manière inconvenante
inconvenant τυπικ
inapt expression, term
inapt behaviour, remark
être habillé de façon inconvenante
incongruous behaviour

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

inconvenant(e) [ɛ̃kɔ̃v(ə)nɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ

1. inconvenant (déplacé):

inconvenant(e) conduite, proposition

2. inconvenant (indécent):

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

inconvenant(e) [ɛ͂ko͂v(ə)nɑ͂, ɑ͂t] ΕΠΊΘ

1. inconvenant (déplacé):

inconvenant(e) conduite, proposition

2. inconvenant (indécent):

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

À la suite de cette décision, une bagarre inconvenante s'ensuit entre les partisans du comte et ceux de l'évêque.
fr.wikipedia.org
Un officier ne doit jamais agir de façon inconvenante ou indécente, ou avoir un agissement offensif ou immodeste envers d'autres formes de vie.
fr.wikipedia.org
Elle est cependant jugée inconvenante et impie par ses détracteurs.
fr.wikipedia.org
Ses œuvres sont exposées en 1955 lors d'une exposition pour les étudiants de troisième année où l'une de ses peintures a été jugée inconvenante.
fr.wikipedia.org
À partir de 1808, le conseil municipal jugeait que celle-ci devint inconvenante.
fr.wikipedia.org

Αναζήτηση "inconvenante" σε άλλες γλώσσες