Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

legalem
to disobey somebody/an order

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

désobéir [dezɔbeiʀ] ΡΉΜΑ μεταβ έμμ αντικείμ

désobéir
désobéir à qn/à un ordre
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
disobey person
désobéir à
désobéir
break commandment, rule
désobéir à

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

désobéir [dezɔbeiʀ] ΡΉΜΑ αμετάβ

désobéir à qn/un ordre
désobéir à la loi
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
désobéir à
désobéir
désobéir à
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

désobéir [dezɔbeiʀ] ΡΉΜΑ αμετάβ

désobéir à qn/un ordre
désobéir à la loi
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
désobéir à
désobéir
désobéir à
Présent
jedésobéis
tudésobéis
il/elle/ondésobéit
nousdésobéissons
vousdésobéissez
ils/ellesdésobéissent
Imparfait
jedésobéissais
tudésobéissais
il/elle/ondésobéissait
nousdésobéissions
vousdésobéissiez
ils/ellesdésobéissaient
Passé simple
jedésobéis
tudésobéis
il/elle/ondésobéit
nousdésobéîmes
vousdésobéîtes
ils/ellesdésobéirent
Futur simple
jedésobéirai
tudésobéiras
il/elle/ondésobéira
nousdésobéirons
vousdésobéirez
ils/ellesdésobéiront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

désobéir à qn/un ordre
désobéir à la loi

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

A la faveur de la nuit, ces derniers décident plutôt de reprendre la mer, désobéissant ainsi aux ordres officiels.
fr.wikipedia.org
Les deux enfants désobéissent et partent en barque sur le lac.
fr.wikipedia.org
Toutefois, ils désobéissent, sont chassés du jardin et condamnés à une vie d’épreuves et de labeur.
fr.wikipedia.org
Ils précisent également qu'ils n'inciteront pas leurs membres à désobéir à la loi.
fr.wikipedia.org
Après 1989 les autorités ordonnent de détruire les prototypes, mais les constructeurs désobéissent.
fr.wikipedia.org